“Μια αγελάδα μια φορά…”

Μια φορά κι έναν καιρό, ένας σοφός δάσκαλος ήθελε να δι­δάξει σε έναν μαθητή του τα μυστικά της ευτυχισμένης και επιτυχημένης ζωής. Γνωρίζοντας τα πολλά περιττά εμποδία και τις δυσκολίες που οι περισσότεροι άνθρωποι αντιμετω­πίζουν στην αναζήτηση της ευτυχίας, σκέφτηκε ότι στο πρώτο μάθημα θα έπρεπε να του εξηγήσει γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι ζουν μέτριες και συνηθισμένες ζωές.


Άλλωστε, σκέφτηκε ο γέροντας, πολλοί άνθρωποι δείχνουν αδύναμοι να ξεπεράσουν τα κωλύματα που παρεμποδίζουν την επιτυχία τους και καταλήγουν να ζουν μια μη ικανοποιητική και μετά βίας ανεκτή ζωή. Ο δάσκαλος ήξε­ρε ότι, για να κατανοήσει ο νέος αυτό το πολύ σημαντικό μά­θημα, θα έπρεπε να δει με τα ίδια του τα μάτια τι συμβαίνει όταν επιτρέπουμε στη μετριότητα να κυβερνά τη ζωή μας.

Για να διδάξει αυτά τα σημαντικά μαθήματα, αποφάσισε να κάνουν ένα ταξίδι με τον μαθητή του και να επισκεφθούν ένα από τα πιο φτωχά χωριά της επαρχίας τους. Αθλιότητα και εγκατάλειψη επικρατούσε σε ολόκληρη την περιοχή και οι κά­τοικοι έδειχναν να έχουν συμβιβαστεί με την τύχη τους.

Λίγο μετά την άφιξή τους, ο δάσκαλος ζήτησε από τον νέο να τον βοηθήσει να βρουν το πιο φτωχικό σπίτι στην περιοχή. Εκεί θα έμεναν το βράδυ.


Αφού περπάτησαν για λίγο, έφτασαν στα περίχωρα. Κι εκεί, στη μέση του πουθενά, οι δύο άντρες σταμάτησαν μπροστά στην πιο ρημαγμένη και μικρή καλύβα που είχαν δει ποτέ στη ζωή τους.

Το οίκημα, που ήταν έτοιμο να καταρρεύσει, ήταν χτισμέ­νο στην πιο μακρινή άκρη μιας μικρής ομάδας σπιτιών. Αναμφίβολα, ήταν της πιο φτωχής οικογένειας. Οι τοίχοι στέκο­νταν όρθιοι από θαύμα, απειλώντας ανά πάσα στιγμή να γκρε­μιστούν. Το νερό εισχωρούσε από την πρόχειρη αυτοσχέδια στέγη, που έδειχνε ανίκανη να κρατήσει οτιδήποτε μακριά, ενώ διάφορα σκουπίδια στοιβάζονταν γύρω γύρω από το σπί­τι, κάνοντας ακόμα χειρότερη τη ρημαγμένη του όψη.

Ο ιδιοκτήτης, αφού ενημερώθηκε για την παρουσία των δύο ξένων από ένα μικρό παιδί, βγήκε έξω και τους απηύθυ­νε θερμό χαιρετισμό.

«Γεια σου κι εσένα, καλέ μου άνθρωπε», απάντησε ο δά­σκαλος. «Θα μπορούσαν δυο κουρασμένοι ταξιδιώτες να βρουν καταφύγιο στο σπίτι σου για το βράδυ;»

«Επικρατεί συνωστισμός στο σπίτι, αλλά, αν αυτό δε σας πειράζει, είστε καλοδεχούμενοι».

Όταν οι δύο άντρες μπήκαν μέσα, ένιωσαν έκπληξη μόλις συνειδητοποίησαν ότι ο μικροσκοπικός χώρος, που δεν ήταν μεγαλύτερος από 14 τετραγωνικά μέτρα, αποτελούσε το σπίτι οκτώ ατόμων. Ο πατέρας, η μητέρα, τα τέσσερα παιδιά και οι δύο παππούδες έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να τους προσφέρουν λίγο χώρο κάτω από αυτές τις περιοριστικές συνθήκες.


Το απεριποίητο και οδυνηρά αδύνατο σώμα τους και τα κουρελιασμένα ρούχα τους ήταν ατράνταχτες αποδείξεις των βασικών ελλείψεων της καθημερινής τους ζωής. Τα λυπημέ­να πρόσωπα και τα σκυφτά τους κεφάλια πρόδιδαν ότι η φτώ­χεια δεν είχε καταβάλει μόνο το κορμί τους, αλλά είχε ριζώσει βαθιά μέσα τους.

Οι δύο επισκέπτες κοίταξαν τριγύρω, αναλογιζόμενοι αν υπήρχε κάτι που να αξίζει μέσα σ’ αυτή την έσχατη ένδεια. Δεν υπήρχε τίποτα!

Αλλά καθώς βγήκαν από το σπίτι, συνειδητοποίησαν ότι έκαναν λάθος. Παραδόξως, η οικογένεια είχε την πιο ασυνήθιστη περιουσία – αρκετά εντυπωσιακή δεδομένων των συν­θηκών. Είχαν μια αγελάδα.

Η αγελάδα δεν ήταν τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά η καθημερι­νή ζωή και οι δραστηριότητες της οικογένειας φαίνεται ότι πε­ριστρέφονταν γύρω από την αγελάδα. «Τάισε την αγελάδα», «Φρόντισε η αγελάδα να έχει αρκετό νερό», «Δέσε καλά την αγελάδα», «Μην ξεχάσεις να πας την αγελάδα να βοσκήσει», «Άρμεξε την αγελάδα!».Ήταν φανερό ότι η αγελάδα έπαιζε κυ­ρίαρχο ρόλο στη ζωή της οικογένειας, παρόλο που το ελάχιστο γάλα που έβγαζε μετά βίας αρκούσε για να τους θρέψει όλους.

Παρ’ όλα αυτά, η αγελάδα φαίνεται ότι εξυπηρετούσε έναν ακόμα μεγαλύτερο σκοπό: ήταν το μόνο πράγμα που τους προστάτευε από την απόλυτη και έσχατη δυστυχία. Σε ένα μέ­ρος όπου όλα τα αγαθά ήταν λιγοστά, το να έχουν στην κατο­χή τους μια τέτοια πολύτιμη περιουσία προκαλούσε τον σε­βασμό, αν όχι τον φθόνο, των γειτόνων τους.

Κι εκεί λοιπόν -μέσα στη βρομιά και την ακαταστασία- ο δά­σκαλος και ο μαθητής ξάπλωσαν για να περάσουν το βράδυ.

Το επόμενο πρωί, πριν το ξημέρωμα και προσέχοντας να μην ξυπνήσουν κανέναν, οι δύο ταξιδιώτες έφυγαν για να συ­νεχίσουν το ταξίδι τους.

Ο μαθητής κοίταξε τριγύρω του σαν να προσπαθούσε να φωτογραφίσει με τον νου του το φρικτό μέρος. Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν ήταν βέβαιος ότι είχε καταλάβει το μάθημα που ο δάσκαλος ήθελε να του διδάξει. Ωστόσο, πριν συνεχίσουν την πορεία τους, ο γέροντας του ψιθύρισε: «Ήρθε η ώρα να μάθεις το μάθημα που μας έφερε σε αυτό τον θλιβερό τόπο».

Κατά τη διάρκεια της σύντομης επίσκεψής τους, είχαν γί­νει μάρτυρες μιας ζωής σχεδόν πλήρους εγκατάλειψης, αλλά ο νέος δεν ήταν σίγουρος για την αιτία της φρικτής ζωής που περνούσε η οικογένεια. Πώς είχαν επιτρέψει στον εαυτό τους να φτάσει σε αυτό το σημείο; Τι τους κρατούσε εκεί;

Ο δάσκαλος περπάτησε αργά προς την αγελάδα, η οποία ήταν δεμένη σε έναν ασταθή φράχτη είκοσι μέτρα περίπου από το σπίτι. Όταν βρέθηκαν περίπου ένα βήμα από το ζώο, έβγαλε ένα στιλέτο από τη θήκη που κουβαλούσε. Ο μαθητής παραξενεύτηκε. Όταν ο γέροντας ύψωσε ξαφνικά το χέρι του, ο νέος σοκαρίστηκε συνειδητοποιώντας τι επρόκειτο να συμ­βεί. Παρακολουθούσε, χωρίς να μπορεί να πιστέψει στα μάτια του, τον δάσκαλό του να κόβει τον λαιμό της αγελάδας με μια γρήγορη κίνηση. Το μοιραίο πλήγμα έκανε το ζώο να καταρ­ρεύσει σιωπηλά στο έδαφος.

Ο μαθητής βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους αμηχανίας. «Τι έκανες δάσκαλε;» είπε ψιθυρίζοντας με αγωνία για να μην ξυπνήσει την οικογένεια. «Πώς μπόρεσες να σκοτώσεις το κα­κόμοιρο το ζώο; Τι είδους μάθημα είναι αυτό που θα ρημάξει την οικογένεια; Αυτή ήταν η μόνη περιουσία τους. Τι θα απο­γίνουν τώρα;»

Χωρίς να δείχνει προβληματισμένος από την ανησυχία του νέου και αγνοώντας τις ερωτήσεις, ο δάσκαλος προχώρησε, αφήνοντας πίσω του τη μακάβρια σκηνή, εμφανώς αδιάφο­ρος για τη μοίρα που περίμενε τη φτωχή οικογένεια μετά την απώλεια του ζώου. Μπερδεμένος ακόμα, ο μαθητής ακολού­θησε τον δάσκαλο καθώς συνέχιζαν το ταξίδι τους.

Κι έτσι κι έγινε. Αυτή η φτωχή οικογένεια έπρεπε να αντι­μετωπίσει μια αβέβαιη ζωή γεμάτη δυσκολίες και την πιθανότητα μιας ακόμη μεγαλύτερης μιζέριας.

Τις επόμενες μέρες, η τρομακτική ιδέα ότι η οικογένεια θα πέθαινε της πείνας χωρίς την αγελάδα της στοίχειωνε τον μα­θητή. Τι άλλο θα μπορούσε να συμπεράνει μετά την απώλεια της μοναδικής πηγής τροφής; Αυτές οι σκέψεις τον βασάνιζαν για μήνες. Περισσότερο απ’ όλα όμως ένιωθε απογοητευμέ­νος με τον εαυτό του που ποτέ δε ρώτησε τον δάσκαλό του για τα γεγονότα εκείνου του φρικτού πρωινού.


Ένας χρόνος πέρασε, και ένα απόγευμα ο δάσκαλος πρό­τεινε στον μαθητή να επιστρέψουν στο μικρό χωριό για να δουν τι είχε απογίνει η οικογένεια. Η αναφορά και μόνο του επεισοδίου που θα νόμιζε κανείς ότι είχε λησμονηθεί προ πολ­λού ήταν αρκετή για να ξυπνήσει τις ζωντανές μνήμες ενός μαθήματος που, ακόμα και μετά από τόσο καιρό, ο νέος δεν είχε πλήρως καταλάβει.

Για μια ακόμα φορά, ο νους του κατακλύστηκε από σκέ­ψεις για τη φτωχή οικογένεια και τον ρόλο που είχε παίξει ο ίδιος στη μοίρα τους. Τι να είχαν απογίνει; Επέζησαν μετά απ’ αυτό το βαρύ πλήγμα; Μπόρεσαν να ξεκινήσουν μια καινού­ρια ζωή; Θα μπορούσε να τους αντικρίσει μετά απ’ αυτό που είχε γίνει; Παρά τις ενοχλητικές αυτές σκέψεις δέχτηκε απρό­θυμα, και με μισή καρδιά ξεκίνησε το ταξίδι που θα έριχνε φως στο θλιβερό επεισόδιο του περασμένου χρόνου.

Μετά από πολλές μέρες ταξιδιού, οι δύο άντρες έφτασαν στο χωριό. Έψαχναν μάταια για το σπίτι. Ο γύρω χώρος έμοια­ζε ίδιος, αλλά η καλύβα στην οποία είχαν περάσει το βράδυ τους πριν από έναν χρόνο δεν υπήρχε πια. Αντιθέτως, ένα και­νούριο και πολύ ωραιότερο σπίτι είχε χτιστεί στο ίδιο σημείο. Σταμάτησαν και κοίταξαν προς όλες τις κατευθύνσεις για να βεβαιωθούν ότι πράγματι βρίσκονταν στο σωστό μέρος.

Ο νέος φοβόταν ότι ο θάνατος του ζώου είχε σταθεί ένα πλήγμα που η φτωχή οικογένεια ήταν δύσκολο να ξεπεράσει. Ίσως να τους είχαν διώξει από το σπίτι και μια άλλη οικογένεια με λίγο καλύτερη τύχη να είχε πάρει τη γη τους και να έχτισε αυτό το καινούριο σπίτι. Τι άλλο θα μπορούσε να τους είχε συμβεί; Ίσως η ντροπή να τους είχε κάνει να φύγουν.

Ενώ αυτές οι σκέψεις τριγύριζαν στον νου του, ταλαντευό­ταν μεταξύ δύο αποφάσεων: να βρει τι είχε συμβεί στην οικο­γένεια ή απλώς να συνεχίσει τον δρόμο του, αποφεύγοντας το δυσάρεστο έργο της επιβεβαίωσης των χειρότερων υποψιών του. Επέλεξε να μάθει -έπρεπε να μάθει- και έτσι χτύπησε την πόρτα και περίμενε.

Μετά από λίγο, ένας πολύ ευχάριστος άντρας φάνηκε στην πόρτα. Στην αρχή ο μαθητής δεν τον αναγνώρισε. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να κρύψει την έκπληξη του όταν συνειδητοποί­ησε ότι ήταν το ίδιο άτομο που τους είχε προσφέρει καταφύ­γιο πριν από έναν χρόνο. Ήταν σίγουρα ο ίδιος άντρας, αλλά κάτι είχε αλλάξει πάνω του. Φορούσε καθαρά ρούχα και ήταν πολύ περιποιημένος. Ήταν χαμογελαστός και το βλέμμα του είχε μια λάμψη. Ήταν σαφές ότι κάτι αρκετά σημαντικό είχε συμβεί στη ζωή του.

Ο νεαρός μαθητής σχεδόν δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Πώς ήταν δυνατόν; Τι θα μπορούσε να είχε συμβείμέσα σε έναν χρόνο; Χαιρέτησε αμέσως τον άντρα και χωρίς να χάσει καιρό άρχισε να τον ρωτά για την καλή τύχη που προφα­νώς είχε χτυπήσει την πόρτα στον ίδιο και την οικογένειά του.

«Πριν από μόλις έναν χρόνο, κατά τη σύντομη παραμονή μας εδώ», είπε ο νέος, «φάνηκε ότι ζούσατε κάτω από τις πιο δυσμενείς και απελπιστικές συνθήκες. Σας παρακαλώ, πείτε μου τι συνέβη από τότε και τα πράγματα άλλαξαν τόσο πολύ. Ποια ήταν η αιτία της καλής σας τύχης;»

Ανύποπτος για το γεγονός ότι οι δύο ταξιδιώτες ήταν υπεύ­θυνοι για τη σφαγή της αγελάδας του, ο άντρας τούς προσκά­λεσε μέσα και μοιράστηκε μαζί τους μια απίστευτη ιστορία – μια ιστορία που θα άλλαζε για πάντα τη ζωή του νέου.


Τους διηγήθηκε ότι, συμπτωματικά, την ίδια μέρα που εί­χαν φύγει, κάποιος παλιάνθρωπος, που πιθανότατα ζήλευε τη λιγοστή τους τύχη, είχε σφαγιάσει άγρια το κακόμοιρο ζώο.

«Πρέπει να ομολογήσω», είπε ο άντρας, «ότι η πρώτη μας αντίδραση ήταν η πλήρης απελπισία και το άγχος. Για πολύ καιρό, το γάλα της αγελάδας ήταν ο μόνος μας πόρος. Εκτός απ’ αυτό, το ζώο ήταν η μόνη μας περιουσία· η ζωή μας εξαρ­τιόταν απ’ αυτήν. Η αγελάδα ήταν το επίκεντρο της καθημερι­νής μας ύπαρξης και, ειλικρινά, η κατοχή της και μόνο μας έδι­νε μια αίσθηση ασφάλειας και έτσι κερδίζαμε και τον σεβα­σμό των γειτόνων μας.

»Λίγο μετά από εκείνη την τραγική μέρα, συνειδητοποιή­σαμε ότι, αν δεν κάναμε κάτι, θα πηγαίναμε γρήγορα από το κακό στο χειρότερο. Είχαμε φτάσει στον πάτο χωρίς το ζώο. Χρειαζόμασταν τροφή για εμάς και τα παιδιά μας. Καθαρίσαμε λοιπόν μια μικρή έκταση γης πίσω από το σπίτι και φυτέψαμε μερικούς σπόρους λαχανικών. Έτσι, καταφέραμε να επιβιώ­σουμε τους πρώτους μήνες μετά την τραγική μέρα.

»Μετά από λίγο καιρό, συνειδητοποιήσαμε ότι ο μικρός κή­πος παρήγε περισσότερα λαχανικά απ’ όσα χρειαζόμασταν εμείς οι ίδιοι. Σκεφτήκαμε ότι, αν μπορούσαμε να πουλάμε τα υπόλοιπα στους γείτονές μας, θα είχαμε τη δυνατότητα να αγο­ράσουμε περισσότερους σπόρους. Έτσι κι έγινε, και σύντομα υπήρχε αρκετή τροφή για μας και πολύ περισσότερη για να πουλήσουμε στην αγορά της πόλης».

«Έτσι συνέβη!» είπε με ενθουσιασμό ο άντρας. «Για πρώτη φορά στη ζωή μας, είχαμε κάποια χρήματα για τροφή και ρού­χα. Από κει και πέρα ξέραμε ότι υπήρχε ελπίδα για μια και­νούρια ζωή, μια ζωή που δε φανταζόμασταν και δεν ονειρευ­όμασταν ότι θα ήταν δυνατή.

»Τον τελευταίο μήνα μπορέσαμε να χτίσουμε αυτό το μι­κρό σπίτι. Είναι σαν η απώλεια της αγελάδας να μας άνοιξε τα μάτια για μια καινούρια και ευτυχισμένη ζωή».

Ο νέος ένιωσε κατάπληκτος από την ιστορία. Τελικά, κα­τάλαβε το μάθημα που ο αγαπημένος του δάσκαλος ήθελε να του διδάξει. Ήταν φανερό ότι ο θάνατος της αγελάδας δεν ήταν στην ουσία το τέλος της οικογένειας, όπως ο ίδιος φοβόταν, αλλά η αρχή μιας καινούριας ζωής γεμάτης από καλύ­τερες ευκαιρίες.

Ο δάσκαλος, που παρέμενε σιωπηλός σε όλη τη διάρκεια της επιβλητικής ομολογίας, πήρε τον μαθητή του παράμερα και ρώτησε: «Πιστεύεις ότι η οικογένεια θα είχε επιτύχει τόσο πολλά τον τελευταίο χρόνο αν είχε ακόμα την αγελάδα της;»

«Μάλλον όχι», απάντησε ο νέος χωρίς δισταγμό.

«Τώρα καταλαβαίνεις; Η αγελάδα που τόσο αγαπούσαν και περιποιούνταν ως πολύτιμη περιουσία ήταν αυτή που στην πραγματικότητα τους κρατούσε δέσμιους σε μια ζωή φτώχειας και μετριότητας. Τους παρηγορούσε η ιδέα ότι η αγελάδα τους προστάτευε από τη συντριβή. Αλλά μόνο όταν έχασαν αυτή την ψεύτικη ασφάλεια αναγκάστηκαν να στρέψουν το βλέμμα τους προς μια νέα κατεύθυνση».

«Με άλλα λόγια, η αγελάδα, την οποία οι γείτονες θεωρού­σαν ευλογημένη, τους έκανε να νιώθουν ότι δε ζούσαν μέσα στην απόλυτη φτώχεια, ενώ στην ουσία ζούσαν μέσα σε από­λυτη μιζέρια», παρατήρησε ο μαθητής.

«Ακριβώς», απάντησε ο γέροντας. «Αυτό συμβαίνει όταν πείθεις τον εαυτό σου ότι το λίγο που έχεις είναι παραπάνω κι από αρκετό. Η σκέψη αυτή από μόνη της γίνεται μια βαριά αλυσίδα που σε εμποδίζει να αναζητήσεις κάτι καλύτερο. Η υποχωρητικότητα αρχίζει να κυβερνά τη ζωή σου. Μαθαίνεις να αποδέχεσαι τις καταστάσεις, παρόλο που δεν είσαι καθό­λου ικανοποιημένος απ’ αυτές. Ξέρεις ότι δεν είσαι ευτυχι­σμένος με τη ζωή σου, αλλά δεν είσαι και τελείως δυστυχι­σμένος. Είσαι απογοητευμένος με τη ζωή που αντιμετωπίζεις, αλλά δε σε ενοχλεί τόσο ώστε να κάνεις κάτι γι’ αυτό. Βλέπεις πόσο τραγικό είναι αυτό;

»Όταν έχεις μια δουλειά που δε σου αρέσει, που ποτέ δε θα σου επιτρέψει να ικανοποιήσεις τις πιο βασικές σου ανάγκες και δε σου παρέχει προσωπική ικανοποίηση ή τη ζωή που επι­θυμείς, η απόφαση να παραιτηθείς και να βρεις μια καλύτερη δουλειά είναι εύκολη. Αλλά όταν αυτή η δουλειά σου επιτρέ­πει να πληρώνεις τα χρέη, να επιβιώνεις ή ακόμα και να απο­λαμβάνεις μικρές ανέσεις, είναι πολύ εύκολο να πέσεις στην παγίδα του να είναι ικανοποιημένος που τουλάχιστον έχεις κάτι. Άλλωστε, η λογική σού λέει ότι κάποιοι άνθρωποι θα ήταν ευ­γνώμονες για αυτή τη δουλειά.

»Όπως συνέβαινε και με την αγελάδα, αυτή η στάση θα σε κρατάει πάντα πίσω. Αν δεν απαλλαγείς απ’ αυτήν, δε θα μπορέσεις ποτέ να βιώσεις κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που ήδη γνω­ρίζεις. Θα καταδικαστείς να είσαι ισόβιο θύμα των περιορισμών που εσύ ο ίδιος επέβαλες στην ύπαρξή σου. Είναι σχεδόν σαν να έχεις αποφασίσει να κλείσεις τα μάτια σου στην αφετηρία της διαδρομής και να προσεύχεσαι για το καλύτερο».

Ο μαθητής στεκόταν χαμένος στις σκέψεις του.Ήταν εντυ­πωσιασμένος από τις παρατηρήσεις του δασκάλου του και άρ­χισε να βλέπει το προφανές. «Όλοι έχουμε αγελάδες στη ζωή μας. Κουβαλάμε το βαρύ φορτίο των λανθασμένων πεποιθή­σεων, των προφάσεων, των φόβων και των δικαιολογιών μας. Το τραγικό είναι ότι όλοι αυτοί οι περιορισμοί, που επιβάλλου­με στον εαυτό μας, μας κρατούν δέσμιους μιας μέτριας ζωής».

«Όχι μόνο αυτό», πρόσθεσε ο γέροντας. «Πολλοί άνθρωποι διατηρούν και προβάλλουν πεισματικά τις προφάσεις που αφορούν το γιατί δεν μπορούν να ζήσουν τη ζωή που πάντα ονειρεύονταν. Κατασκευάζουν σχεδόν πιστευτές δικαιολογίες για να εξηγήσουν στους άλλους τις καταστάσεις και ύστερα συνεχίζουν να ζουν μια ζωή εσωτερικής ταραχής, καθώς συ­νειδητοποιούν ότι αυτές οι εξηγήσεις, αν και πειστικές για τους άλλους, δεν έχουν καμία αξία για τους ίδιους».

«Τι υπέροχο μάθημα», αναλογίστηκε ο νέος, αρχίζοντας άμεσα την καταγραφή των δικών του αγελάδων.

Κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου ταξιδιού, εξέτασε προσε­κτικά τους περιορισμούς που είχε θέσει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Υποσχέθηκε να εξαλείψει όλες εκείνες τις πε­ποιθήσεις που τον κρατούσαν δέσμιο μιας μέτριας ύπαρξης και τον εμπόδιζαν να αξιοποιήσει το πλήρες δυναμικό του.

Αναμφίβολα, σκέφτηκε, εκείνη η μέρα σημάδεψε το ξεκί­νημα μιας νέας ζωής, μιας ύπαρξης ελεύθερης από αγελάδες.


Από το βιβλίο “Μια αγελάδα, μια φορά… ” του ΔΡ. ΚΑΜΙΛΟ ΚΡΟΥΖ – εκδόσεις Πατάκη