
Ο Άγιος Χρυσόστομος (κατά κόσμον Χρήστος Παπασαραντόπουλος) ήταν Έλληνας ιερομόναχος και ιεραπόστολος, ο οποίος έδρασε στην Αφρική. Η κατάταξή του ως Αγίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας στις 8 Οκτωβρίου 2025 και η μνήμη του γιορτάζεται στις 29 Δεκεμβρίου, ημερομηνία κοιμήσεώς του. Ήταν ο δεύτερος Έλληνας ιεραπόστολος στην Αφρική, μετά τον πρωτοπόρο Μικρασιάτη αρχιμανδρίτη Νικόδημο Σαρίκα (1876–1941).
Ο Άγιος Χρυσόστομος γεννήθηκε στο χωριό Βασιλίτσι Μεσσηνίας το 1903. Στα δέκα του χρόνια έχασε τον πατέρα του, οπότε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο για να δουλέψει. Στα 15 του χρόνια, προκειμένου να ικανοποιήσει τη δίψα του για μελέτη και ησυχία, έφυγε κρυφά από την οικογένειά του και εγκαταστάθηκε σε μοναστήρι.
Μετά την απόλυσή του από τον στρατό, χειροτονήθηκε ιερέας (4η Μαΐου 1926) και διορίστηκε ηγούμενος της Ιεράς Μονής Γαρδικίου Μεσσηνίας. Μαζί του πήρε και την αδελφή του, την οποία έκειρε μοναχή. Για χρόνια υπηρέτησε τα γύρω χωριά ως εφημέριος. Εδώ ο Άγιος βρήκε χρόνο να μελετήσει και να τελειώσει το δημοτικό. Επίσης, ασχολήθηκε και με την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας.
Μετά τη διάλυση της Μονής Γαρδικίου (λόγω έλλειψης μοναχών), ο π. Χρυσόστομος μετατέθηκε στο Μετόχι της Μονής Βουλκάνου Μεσσηνίας. Ηγούμενος διετέλεσε ακολούθως και στην Ιερά Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας, όπου παρέμεινε μέχρι το 1941.
Στη συνέχεια μετέβη στην Αθήνα, στην Ιερά Μονή Πετράκη, όπου και ασχολήθηκε με την εξομολόγηση ανθρώπων όλων των ηλικιών και έγινε ιδιαίτερα αγαπητός. Στα χρόνια της Κατοχής ο π. Χρυσόστομος βρέθηκε στην Έδεσσα, όπου και υπηρέτησε ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος και πρωτοσύγκελος.
Την περίοδο 1947–49 διετέλεσε εφημέριος στη Μικρασιατική ενορία της Αγίας Παρασκευής Νέας Κρήνης της Θεσσαλονίκης. Μετά, βρέθηκε στην Αθήνα, όπου κατάφερε να πάρει το απολυτήριό του Γυμνασίου. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε ξανά στη Μονή Πετράκη της Αθήνας, όπου και πήρε την απόφαση να εγγραφεί στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας. Στα 55 του χρόνια (1958) έλαβε το πτυχίο που τόσο επιθυμούσε.
Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Αθήνα, είχε έρθει σε επαφή με κάποιους Αφρικανούς συμφοιτητές του και μάθαινε για την Αφρική. Με τις επαφές αυτές γεννήθηκε η ιδέα της ιεραποστολής στην Αφρική. Στα 57 του χρόνια έλαβε την απόφαση να κατέβει στην Αφρική με ιεραποστολικό σκοπό.
Σε μία επίσκεψή του στους Αγίους Τόπους συνάντησε τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστοφόρο, από τον οποίο πήρε ευλογία και συνέχισε προς την Αφρική. Σε λίγες μέρες βρέθηκε στην Ουγκάντα. Εξάπλωσε την Ιεραποστολή στις γειτονικές Κένυα και Τανζανία και στη συνέχεια στο Κονγκό, τη νεοπαγή Δημοκρατία του Ζαΐρ. Εκεί συνάντησε ακόμα μεγαλύτερη ανταπόκριση από τους ιθαγενείς. Ωστόσο υπήρχε τεράστια έλλειψη σε συνεργάτες αλλά και υλική βοήθεια.
Τη 13η Δεκεμβρίου 1972, κατά τη διαδρομή από την Κανάγκα στο Μπουζμάζι, τον κατάβαλε μια ακατάσχετη ρινορραγία. Επέστρεψε στην Κανάγκα, λειτούργησε τα Χριστούγεννα και τελικά κοιμήθηκε την 29η Δεκεμβρίου 1972 στο νοσοκομείο της Κανάγκα, σε ηλικία 69 ετών.
Ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο της Κανάγκα και στις 21 Δεκεμβρίου 1996 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, τα οποία ενταφιάστηκαν εκ νέου στον κήπο του Ναού του Αγίου Ανδρέα στο Ιεραποστολικό Κέντρο της Κανάγκα. Ο Άγιος Χρυσόστομος άνοιξε το δρόμο για την ορθόδοξη Ιεραποστολή στην Αφρική.
Πηγή: https://el.wikipedia.org