aimilianos3

Αἰμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
Προηγούμενος Ἱ.M. Σίμωνος Πέτρας

Ἡ παροιμία λέγει, ὅτι τὰ χούγια δὲν ἀλλάζουν μέχρι νὰ πεθάνει ὁ ἄνθρωπος. Αὐτὴ στὴν οὐσία ἔχει δύο ἔννοιες.

Πρῶτον, ἐκφράζει, ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι τόσο πολὺ ἀγαπᾶμε τὰ χούγια μας, τὶς συνήθειές μας, ὥστε οἱ ἴδιοι δὲν θέλουμε νὰ τὶς βγάλουμε, ὄχι ὅτι δὲν βγαίνουν οἱ συνήθειες.

Τὶς ἀγαπᾶμε τὶς συνήθειές μας, τὶς ὑποστηρίζουμε, μᾶς ἀρέσουν καὶ προτιμοῦμε καλύτερα νὰ μᾶς σφάξουν παρὰ νὰ ἀλλάξουμε μία συνήθειά μας.

Παρατηρῆστε, ὅταν θελήσουν νὰ μᾶς ἀλλάξουν κάποια συνήθειά μας, κάποια σκέψη μας, κάποια γνώμη μας, πῶς ἀμέσως ἀντιδροῦμε. Ἀμέσως ταραζόμαστε, γιατί τὴν ἀγαπᾶμε τὴν συνήθειά μας, ὄχι ὅτι αὐτὴ δὲν ἀλλάζει.

Ἴσα ἴσα ποὺ ἡ Ἁγία Γραφὴ λέγει, ὅτι καὶ ὁ ἡλικιωμένος Νικόδημος ἤ ὁποιοσδήποτε ἄλλος μπορεῖ νὰ ξαναγεννηθεῖ λαμβάνοντας τὸ βάπτισμα.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ λέγει, ὅτι καρδίαν καινὴ δίνει ὁ Θεός, κάνοντάς μας ἀνάπλαση τοῦ νοῦ, τοῦ βαθυτέρου εἶναι μας, καὶ ἔτσι γινόμεθα καινούργιοι ἡμέρα τὴν ἡμέρα. Ἑπομένως, ἀλλάζει ὁ ἄνθρωπος.

Δεύτερον, ἐκεῖνα ποὺ πράγματι δὲν ἀλλάζουν εἶναι τὰ σωματικὰ καὶ ψυχικὰ ἰδιώματα τοῦ ἀνθρώπου –ἀμφότερα φυσικὰ εἶναι-, στὰ ὁποῖα χωράει ἕνα πρᾶγμα, ἡ δική μας κατάφασις: τὰ δέχομαι καὶ προχωράω.

Ἐγὼ παραδείγματος χάριν, πάω στὸ μοναστήρι ἀγράμματος καὶ θέλω νὰ παρουσιάζομαι ὡς ἐγγράμματος. Τότε εἶναι φυσικὸ νὰ ἀποτύχω.

Διότι, ἐὰν δὲν ἔμαθα γράμματα μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν δεκατεσσάρων, δεκαπέντε χρόνων, μετὰ δὲν μπορῶ νὰ μάθω. Δὲν μπορῶ νὰ ἀποκαταστήσω τὴν ἄγνοιά μου μὲ μεταγενέστερες σπουδές, διότι θὰ γίνω χειρότερος.

Νὰ παραδεχτῶ, λοιπὸν, τὴν ἀγραμματωσύνη μου καὶ νὰ πάω στὸ μοναστήρι ὡς ἀγράμματος. Ἐὰν θελήσω νὰ ἐξομοιωθῶ μὲ τοὺς μορφωμένους, θὰ χάσω τὴν εἰρήνη μου. Ὑπάρχουν πολλὰ φυσικὰ ἰδιώματα.

Ἐκ φύσεως εἶμαι ἐξωστρεφὴς ἢ νωθρὸς ἢ ἔξυπνος ἢ ἀφελὴς ἢ ζωηρὸς ἢ σοβαρὸς ἢ ἔχω τοῦτο τὸ κακὸ ἢ τὸ καλό. Μεταβολὴ βέβαια σὲ αὐτὰ γίνεται• αὔξηση, πρόοδος, μείωσις γίνεται, ἀλλὰ ὄχι τελεία ἀλλαγή.

Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὸ περιεχόμενο ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Θεός, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ προχωρήσουμε, καὶ τὸ ὁποῖο θὰ χρησιμοποιήσουμε ὡς ἀντάλλαγμα, γιὰ νὰ πάρουμε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν λοιπὸν λέμε, τὰ ἀνθρώπινα «χούγια» δὲν ἀλλάζουν, ἐννοοῦμε: ἢ ὅτι δὲν θέλουν οἱ ἄνθρωποι ἀλλαγή ἢ ὅτι πρόκειται περὶ φυσικῶν καὶ ψυχικῶν ἰδιοτήτων τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὰ δὲν μᾶς ἐμποδίζουν στὸν δρόμο μας.

Αὐτὰ εἶναι τὸ χωράφι, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ καλλιεργήσουμε• δὲν χρειάζεται νὰ ἀλλάξουν αὐτά, μόνον νὰ τὰ προσφέρουμε στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ.

Ἐγὼ θὰ προσφέρω τὴν χαρά μου, ἐσὺ τὴν ἐξυπνάδα σου, ὁ ἄλλος τὴν μόρφωσή του. Νὰ τὰ προσφέρω ὅμως σὰν σκύβαλα, διότι τίποτε δὲν εἶναι, πεταγμένα πράγματα εἶναι, ἂν καὶ εἶναι ἀγαθά, καὶ τότε μπορῶ θαυμάσια νὰ προχωρήσω.

Τὰ «χούγια», καὶ μάλιστα τὰ πνευματικά, δὲν ἀλλάζουν, ἐπειδὴ ἐμεῖς δὲν θέλομε. Ἐμεῖς τὰ ράβουμε ἐπάνω στὴν ψυχή μας μὲ τὴν μεγάλη ἐκείνη βελόνα καὶ μὲ τὴν κάμιλο, μὲ τὸ χονδρὸ δηλαδὴ σχοινί, μὲ τὸ παλαμάρι τοῦ θελήματος.

Καὶ ἐπειδὴ εἶναι τόσο δύσκολο νὰ ἀλλάξει τὸ «χούγι» τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ τὸ ἀγαπάει, γι’ αὐτὸ εἶναι φρόνιμο, νὰ μὴν θέλουμε νὰ ἀλλάζουμε τοὺς ἄλλους, τὸν ἑαυτό μας ὅμως νὰ τὸν ἀλλάζουμε.

Λόγου χάριν, θὰ δεῖς, ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι τεμπέλης. Μὴ θέλεις νὰ ἀλλάξει. Θὰ διαπιστώσεις, ὅτι ὁ διπλανὸς σου εἶναι πολυλογάς. Δέξου τον, ὅπως εἶναι.

Τί μπορεῖς μόνον νὰ κάνεις; Ὅταν δεῖς τὰ παπούτσια του, κλεῖσε τὴν πόρτα σου καὶ μὴ μιλᾶς, ὥστε νὰ κτυπήσει καὶ νὰ ἀναγκασθεῖ νὰ φύγει. Ἢ βλέπεις, ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι ὑβριστὴς• φωνάζει, νευριάζει.

Ὅταν σὲ πλησιάσει, πὲς στὸν ἑαυτό σου: Τώρα θὰ ἔρθουν τὰ σύννεφα, οἱ βροντές, οἱ ἀστραπὲς• θὰ ἀρχίσουν οἱ φωνές, οἱ θυμοί. Νὰ τὸ περιμένεις αὐτό καὶ νὰ μὴ θέλεις νὰ ἀλλάξει.

Νὰ μὴ λές: Μά, καλόγερος καὶ νὰ θυμώνει; Διότι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη, διακυβεύεται ἡ δική σου ζωή. Ὅπως, ὅταν ἁμαρτάνει ὁ ἄλλος τὸν δικαιολογοῦμε καὶ λέμε, ὅτι ἄνθρωπος εἶναι, τὸ ἴδιο νὰ λέμε καὶ γιὰ τὸ «χούγι» τῶν ἄλλων.

Ἀλλά, ὅταν ἁμαρτάνουμε ἐμεῖς, νὰ λέμε: Δὲν μπορεῖ νὰ ἁμαρτάνει ὁ ἄνθρωπος, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, διότι ἡ ἁμαρτία εἶναι χωρισμὸς ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἄλλα θὰ ποῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ ἄλλα γιὰ τοὺς ἄλλους.

Καὶ ὄντως, εἶναι ἀφελέστατος καὶ ἀποτυχημένος, ὅποιος συλλάβει ἔστω καὶ ἁπλῶς τὴν ἰδέα νὰ ἀλλάξει τοὺς ἄλλους. Ἀποτυγχάνει καθημερινά, ὅταν θελήσει νὰ ἐπιφέρει κάποια ἀλλαγὴ στὸν ἄλλο καὶ ἰδίως στὴν γνώμη τοῦ ἄλλου.

Θὰ θυμᾶστε τὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ πῆγαν στὸν Χριστὸ δύο ἀδέλφια καὶ τοῦ εἶπαν: Χώρισέ μας τὸ χωραφάκι μας, σὲ παρακαλοῦμε. Τί τοὺς ἀπάντησε; Δὲν εἶναι δουλειά μου. (Λούκ.12.3-14)

Γιατί; Διότι θὰ ἐρχόταν σὲ σύγκρουση μὲ τὴν θέληση τοῦ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν. Οὐδέποτε ἤρχετο ὁ Χριστὸς σὲ σύγκρουση. Μία φορὰ μόνον τὸ ἔκανε, μὲ τοὺς Φαρισαίους, μὲ τὰ «οὐαί».

Ἔριχνε ἁπλῶς τὸν λόγο, τὴν διδασκαλία του, τὰ δίχτυα του, καὶ μάλιστα, πῶς; Μὲ παραβολὲς• γιατί, ἐὰν θὰ μιλοῦσε ἀνοιχτά, θὰ συγκρουόταν μὲ τὶς ἰδέες τους, μὲ τὶς ἀντιλήψεις τους.

Ὁ ἄνθρωπος πάντοτε καταλαβαίνει αὐτὸ ποὺ θέλει. Τὰ ἔλεγε λοιπὸν κεκαλυμμένα καὶ τὰ καταλάβαιναν, ὅσοι ἤθελαν• ὅσοι δὲν ἤθελαν, ἔλεγαν μόνον, τί ὡραῖα ποὺ μιλάει! Μέλι καὶ γάλα βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα του.

Ἔτσι τοὺς κέρδιζε ὅλους…

«Χαρισματικὴ Ὁδὸς», Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου

Ἐκδ. Ἴνδικτος