Ο Τριαδικός Θεός

1. Αγία Τριάδα: Μονάς εν Τριάδι και Τριάς εν Μονάδι

Ενώ ο ιερός Γρηγόριος αρχίζει τον εικοστό λόγο του, δίνοντας τον ορισμό του θεολόγου και του τρόπου που οφείλει κάποιος να θεολογεί, στη συνέχεια δίνει τον ορισμό για το τι είναι θεολογία και ποιο το περιεχόμενό της[43]. Θεολογία, λοιπόν, είναι ο λόγος περί Θεού λόγον, την ενασχόληση με τις ενδοτριαδιακές σχέσεις των Προσώπων των Θεού, τις ενέργειες και τα πρόσωπα. Θεολογία, λοιπόν, είναι ο λόγος, η ορθή διδασκαλία για την Αγία Τριάδα. Η διδασκαλία αυτή αποκαλύφθηκε στον κόσμο από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό και κηρύχθηκε από τους Αποστόλους Του. Η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση αποτελούν τη βάση της θεολογίας για τον Τριαδικό Θεό.

Ο λόγος για το Θεό πρέπει να έχει αφετηρία την πίστη και όχι τη λογική[44]. Το λογικό όν με τον πεπερασμένο νου του δεν μπορεί να συλλάβει την έννοια του άπειρου Θεού. Μόνο εάν κάποιος γίνει δοχείο της θείας και τελειοτάτης φρονήσεως, όπως ο Σολομών και μέτοχος των άκτιστων ενεργειών του Θεού, όπως ο θεόληπτος Παύλος, μπορεί να μιλήσει για τα περί Θεού[45].

Η αναφορά στην ύπαρξη των τριών θείων Προσώπων του Τριαδικού Θεού, έκαστο Πρόσωπο του Οποίου είναι τέλειος Θεός, καταρρίπτει τις αιρετικές δοξασίες του Σαβελλίου. Ο τελευταίος δίδασκε ότι δεν υπάρχει ένας Θεός με τρεις υποστάσεις αλλά μία «τριπρόσωπος υπόστασις», δηλαδή αναιρούσε την ύπαρξη και των τριών θείων προσώπων[46]. Παράλληλα έκανε αναφορά για την ομοουσιότητα των Θείων Υποστάσεων, στρέφοντας τα θεολογικά βέλη του εναντίον της κακοδοξίας του Αρείου[47]: «Αἱ δὲ τρεῖς ὑποστάσεις͵ μηδεμιᾶς ἐπινοουμένης συναλοιφῆς͵ἢἀναλύσεως͵ἢ συγχύσεως͵ἵνα μὴ τὸ πᾶν καταλυθῇ͵ δι΄ ὧν τὸἓν σε μνύνεται πλέον ἢ καλῶς ἔχει»[48].

Τα Πρόσωπα του Θεού έχουν κοινή ουσία, έχουν όμως διαφορετικά υποστατικά ιδιώματα –ιδιότητες, ίδιον. Υπογραμμίζει ότι είναι λάθος να θεωρούμε ότι υπάρχει ένας Θεός, χωρίς να δεχόμαστε σε Αυτόν τις προσωπικές διακρίσεις, δηλαδή τις Υποστάσεις. «... καὶ τὴν φαύλην συναίρεσιν παραιτούμενοι͵ καὶ τὴν ἀτοπωτέραν διαίρεσιν· ὡς μήτε εἰς μίαν ὑπόστασιν συναιρεθέντα τὸν λόγον͵ δέει πολυθεΐας͵ ψιλὰἡμῖν καταλιπεῖν τὰὀνόματα͵ τὸν αὐτὸν Πατέρα͵ καὶ Υἱὸν͵ καὶ Πνεῦμα ἅγιον ὑπολαμβάνουσι͵ καὶ μὴ μᾶλλον ἓν τὰ πάντα͵ἢ μηδὲν ἕκαστον εἶναι οριζομένοις (φεύγοι γὰρ ἂν εἶναι ἅπερ ἐστὶν͵ εἰς ἄλληλα μεταχωροῦντα καὶ μεταβαίνοντα)· μήτε εἰς τρεῖς ἢ ξένας καὶἀνομοίους»[49]. Έτσι για άλλη μία φορά στρέφεται εναντίον των κακοδοξιών του Σαβελλίου και γενικότερα του τροπικού μοναρχιανισμού, χωρίς, όμως, να εξαιρεί και τις κακοδοξίες το δυναμικού μοναρχιανισμού αλλά και του Αρείου. Μπορεί οι κακοδοξίες τους να καταδικάστηκαν από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325, αλλά τα απομεινάρια των διδασκαλιών τους παρέμεναν ακόμη ζωντανά. Άλλωστε οι κακοδοξίες αυτές επρόκειτο να ταλανίσουν για αρκετούς αιώνες την Εκκλησία.

Η χριστιανική διδασκαλία για το Θεό της Χριστιανικής Αποκαλύψεως - Θρησκείας[50] διαφέρει ακόμα και από την ιουδαϊκή διδασκαλία περί θεού. Το μόνο κοινό των δύο διδασκαλιών είναι ότι κάνουν λόγο για τον ένα αληθινό και προαιώνιο Θεό, χωρίς οι Ιουδαίοι να δέχονται την ύπαρξη τριών Υποστάσεων στον ένα Θεό[51]. Κάθε υπόνοια για την ύπαρξη πολυθεΐας ή για την ύπαρξη ενός προσώπου στον Θεό, κατά την ιουδαϊκή αντίληψη καταρρίπτεται.

Μέσα από το συγκεκριμένο έργο, ο άγιος Γρηγόριος επιδιώκει να κάνει σαφές ότι ο Θεός των Χριστιανών είναι Ένας αλλά με τρία ομοούσια και συναΐδια Πρόσωπα. Κάθε Πρόσωπο – Υπόσταση έχει κοινές ενέργειες με τα άλλα Πρόσωπα αλλά έχει διαφορετικά υποστατικά ιδιώματα: «Ἐπειδὴ χρὴ καὶ τὸν ἕνα Θεὸν τηρεῖν͵ καὶ τὰς τρεῖς ὑποστάσεις ὁμολογεῖν͵ εἴτ΄ οὖν τρία πρόσωπα͵ καὶἑκάστην μετὰ τῆς ἰδιότητος»[52]. Παράλληλα ο Γρηγόριος αναφέρεται ξεχωριστά στις τρεις υποστάσεις, αν και πολύ συνοπτικά.

2. Η Υπόσταση του Πατρός. Θεός Πατήρ

Η υπόσταση του Πατρός αποτελεί την αρχή της υπάρξεως του Υιού και του Πνεύματος, δηλώνει απερίφραστα ο Γρηγόριος ο Θεολόγος[53]. Εκείνος είναι που αϊδίως γεννά τον Υιό και εκπορεύει αϊδίως το Άγιο Πνεύμα. Με τη φράση αυτή «εἷς μὲν Θεὸς͵ εἰς ἓν αἴτιον»[54], τονίζεται η μοναρχία στην Αγία Τριάδα, για να διασαφηνιστεί στη συνέχεια ότι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα προέρχονται φυσικώς και κατ᾽ ουσίαν εκ του Πατρός, ως της μόνου «ἀνάρχου ἀρχῆς»[55]˙ «Πατρὸς μὲν͵ καὶἀνάρχου͵ καὶἀρχῆς ἐπινοουμένου καὶ λεγομένου (ἀρχῆς δὲ͵ὡς αἰτίου͵ καὶὡς πηγῆς͵ καὶὡς ἀϊδίου φωτός)»[56]. Αν κάποιος προσπαθήσει να μειώσει την αρχή του Πατρός, ταυτόχρονα μειώνει και την αξία των δύο άλλων Προσώπων, τα οποία προέρχονται από τον Πατέρα, «μήτε τῷ Πατρὶ τὸ τῆς ἀρχῆς κατασμικρύνειν ἀξίωμα͵ τῆς ὡς Πατρὶ καὶ γεννήτορι· μικρῶν γὰρ ἂν εἴη καὶἀναξίων ἀρχὴ͵ μὴ θεότητος ὢν αἴτιος τῆς ἐν Υἱῷ καὶ Πνεύματι θεωρουμένης»[57].

Πατήρ ονομάζεται ὁ Θεός, όχι γιά κανένα άλλο λόγο, διότι γέννησε τον Υιό. Αυτό, όμως δεν τον κάνει πρεσβύτερο από τον Υιό Του, γιατί μεταξύ των Προσώπων του Τριαδικού Θεού, δεν υφίσταται ο  χρόνος και η τάξη[58]. Άλλωστε Εκείνος είναι ο δημιουργός του χρόνου.

Ο Πατήρ, όμως, προαναφέρθηκε ότι είναι αρχή και του Αγίου Πνεύματος. Αυτός είναι η αιτία της προόδου του Πνεύματος, χωρίς και πάλι να υπάρχει η έννοια του χρόνου και της τάξης στις σχέσεις και αυτών των δύο Προσώπων[59]. Ο Θεός, άλλωστε, είναι πάνω και πέρα από χρόνο, τόπο, ποσότητα και καθετί το υλικό και σωματικό. Σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι ο Πατήρ «ως πηγή»[60]. Ο όρος «πηγή» δίνεται συχνά στον Θεό–Πατέρα από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, γιατί ο Ίδιος αποτελεί την πηγή της αίδιας ύπαρξης των δύο άλλων Προσώπων. Εξάλλου πολλοί προγενέστεροι Πατέρες, όπως ο Μ. Αθανάσιος, παρομοιάζουν τον Υιό με ποταμό, για να δείξουν την ομοουσιότητα των δύο Προσώπων αλλά και το συναΐδιο Αυτών ή χαρακτηρίζουν τον Πατέρα Φως και τον Υιό ως απαύγασμα Αυτού[61].

Το πρώτο Πρόσωπο του Τριαδικού Θεού γεννά τον Υιό απαθώς. Το πάθος υπάρχει μόνο στη γέννηση του ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτό, όμως, δεν έχει σχέση με το Θεό. Απλώς χρησιμοποιούνται λέξεις και εικόνες από τον ανθρώπινο βίο καταχρηστικά, για να αναφερθούμε στο Θεό. Πάντα, όμως, πρέπει να έχουμε υπ' όψιν μας ότι οι σχέσεις που περιγράφουμε αναφέρονται σε διαφορετικά Όντα. Ο Θεός είναι ασώματος και άκτιστος, ενώ ο άνθρωπος είναι σωματικός και κτιστός: «Εἰ δὲ͵ὅτι τὰ σώματα ὑπὸ χρόνον͵ διὰ τοῦτο ἀξιώσεις κεῖσθαι καὶ τὸν Υἱὸν ὑπὸ χρόνον͵ περιθήσεις καὶ σῶμα τῷἀσωμάτῳ· καὶ εἰὅτι τὰ παρ΄ ἡμῖν γεννώμενα͵ οὐκ ὄντα ποτὲ͵ εἶτα γινόμενα͵ διὰ τοῦτο καὶ τὸν Υἱὸν ἀναγκάσεις ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παρεληλυθέναι͵ συγκρίνεις τὰἀσύγκριτα͵ Θεὸν καὶἄνθρωπον͵ σῶμα καὶ τὸἀσώματον»[62].·

          Η διαφορά που υπάρχει στη φύση του Πατρός και κατά συνέπεια και των άλλων Προσώπων του Τριαδικού Θεού με εκείνη των ανθρώπων τονίζεται συνέχεια από το άγιο ιεράρχη. Έτσι εξηγεί ότι όπως ο όροςγέννησιςγια το Θεό –Υιό από τον Πατέρα δεν πρέπει να κατανοείται αναλογικά προς τον άνθρωπο. Έτσι και ο όρος «κτίζει» αλλιώς ερμηνεύεται σε ότι αφορά στη δημιουργία από το Θεό και διαφορετικά μέσα στο πλαίσιο της ανθρώπινης βιωτής[63]. Ο πιστός εν Χριστώ, λοιπόν, οφείλει, να αρκείται στο ότι ο Πατήρ υπάρχει αγεννήτως, Υιός γεννάται από τον Πατέρα και το Πνεύμα εκπορεύεται από Αυτόν, χωρίς να θέλει να διεισδύσει με βάση τη λογική του στην απειρία Του Θεού. Άλλωστε οι ενδοτριαδικές σχέσεις, όπως και η ουσία του Θεού είναι ακατάληπτα για τον άνθρωπο και την παχυλή, υλόφρονα διάνοιά του[64]. Και συμπληρώνει ο ιερός Θεολόγος ότι ο Θεός επιτρέπει στον άνθρωπο να γνωρίζει όσα πρέπει να γνωρίζει για την ωφέλειά του. Εάν ο άνθρωπος αναζητά το πλείον αυτών τότε κινδυνεύει να πάθει ό,τι παθαίνουν οι φωνές, οι οποίες από την πολλή ένταση, βραχνάζουν και σιγούν εντελώς, ή ό,τι παθαίνει ο οφθαλμός που ατενίζει την λάμψη του ηλίου. Όσο περισσότερο και ακριβέστερο θέλει κανείς να δει τον ήλιο, τόσο περισσότερο βλάπτει την όρασή του. Έτσι σταδιακά χάνει εντελώς το φως του, αφού με την υπερβολή το ατενιζόμενο νικά τον οφθαλμό. Η αιτία είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να βλέπει συνεχώς τον ήλιο όσο πιο βαθιά γίνεται, και να τον κοιτάζει τόσο όσο είναι ασφαλές για τα μάτια του[65].

Εν κατακλείδι, ο Καππαδόκης Πατήρ αναφέρεται στην υπόσταση του Θεού Πατρός, βασιζόμενος στην Αγία Γραφή και όχι στη θύραθεν σοφία. Έτσι αποφεύγεται η οποιαδήποτε δημιουργία αιρετικής σκέψης. Ο Πατήρ Θεός είναι η μόνη αιτία της αΐδιας ύπαρξης του Υιού και της αΐδιας εκπόρευσης του Πνεύματος στους κόλπους της Αγίας Τριάδος. Στη συνέχεια, υπογραμμίστηκε ότι ο χρόνος δεν εισέρχεται στις σχέσεις μεταξύ των θείων Προσώπων, αφού Εκείνα επέκεινται του χρόνου. Άλλωστε η έννοια του χρόνου είναι δημιούργημα του Τριαδικού Θεού. Τέλος, δηλώνεται η ομοουσιότητα του Πατρός προς τον Υιό και το Πνεύμα, η οποία αποτελεί βασικό παράγοντα για την ερμηνεία της μοναρχίας στον Τριαδικό Θεό.

3. Η Υπόσταση του Υιού. Θεός Υιός

          Ο Υιός προέρχεται από την ουσία του Πατρός. Ως ομοούσιος με τον Πατέρα είναι άναρχος και αΐδιος. Άναρχος θεωρείται σε σχέση με το χρόνο και όχι με τη σημασία που έχει το επίθετο αυτό ως προσωνύμιο του Πατρός. Άλλωστε, Εκείνος προέρχεται από τον Πατέρα, αφού γεννάται απαθώς και αϊδίως από Εκείνον, κατά συνέπεια ο Υιός έχει αρχή, ή αιτία τον Πατέρα: «Ὁ δὲ Υἱὸς͵ἐὰν μὲν ὡς αἴτιον τὸν Πατέρα λαμβάνῃς͵ οὐκ ἄναρχος· ἀρχὴ γὰρ Υἱοῦ Πατὴρ ὡς αἴτιος· ἐὰν δὲ τὴν ἀπὸ χρόνου νοῇς ἀρχὴν͵ καὶἄναρχος· οὐκ ἄρχεται γὰρ ὑπὸ χρόνου ὁ χρόνων Δεσπότης»[66].

Το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος είναι Εκείνος διά του Οποίου ο Πατήρ δημιούργησε τον κόσμο, ορατό και αόρατο. Ο Υιός δεν είναι μεταγενέστερος του Πατρός αλλά είναι συναΐδιος με Εκείνον, αφού ο χρόνος δεν έχει καμμία σχέση με τη φύση της Θεότητας. Δημιουργήθηκαν οι αιώνες από τον προαιώνιο Θεό. Ούτε υπήρχε κάποια στιγμή που δεν υπήρχε ο Υιός. Έτσι είναι ανόητο να υποστηρίζεται ότι ο Υιός προήλθε «ἐξ οὐκ ὄντων»[67], όπως συμβαίνει mutatis mutandis με τους ανθρώπους[68] και κάθε κτιστό δημιούργημα, έμψυχο ή άψυχο, υλικό ή πνευματικό[69]. Με τη φράση αυτή «ἐξ οὐκ ὄντων»[70], ο Γρηγόριος στρέφεται εναντίον της κακοδοξίας του Αρείου, ο οποίος χαρακτηριστικά χρησιμοποιούσε τη συγκεκριμένη έκφραση. Μέσω αυτής ο αιρεσιεράρχης προσπαθούσε να εξηγήσει ότι ο Υιός δεν ήταν προαιώνιος Θεός αλλά κτίσμα, που δημιουργήθηκε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ενώ πριν βρισκόταν στην ανυπαρξία: «Πάντων γάρ γενομένων ἐξ οὐκ ὄντων... καί αὐτός ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ἐξ οὐκ ὄντων γέγονε»[71]. «῏Ην ποτε, ὅτε οὐκ ἦν· καί οὐκ ἦν πρίν γένηται, ἀλλ’ ἀρχήν τοῦ κτίζεσθαι ἔσχε καί αὐτός»[72].

Ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να συλλάβει τα περί του Θεού, όπως την γέννηση του Υιού, ούτε ότι ο Υιός δεν έχει κανένα από τα αδιάβλητα πάθη της ανθρώπινης φύσης Άλλωστε ο Θεός –Πατήρ μόνο Θεό θα μπορούσε να γεννήσει από την ουσία Του, αφού ο γεννήτωρ είναι όμοιος με το γέννημά του: «Ὧν γὰρ τὸ εἶναι οὐχ ὅμοιον, τούτων οὐδὲ τὸ γεννᾷν ὅμοιον· εἰ μὴ καὶ τἄλλα δουλεύσῃ ταῖς ὕλαις, οἷον πάσχων, καὶ λυπούμενος, καὶ πεινῶν, καὶ διψῶν, καὶὅσα ἢ σώματος, ἢ τοῦ συναμφοτέρου πάθη. Ἀλλὰ ταῦτα οὐ παραδέχεταί σου ὁ νοῦς· περὶ Θεοῦ γὰρ ὁ λόγος. Μὴ τοίνυν μηδὲ τὴν γέννησιν ἄλλως, ἢὡς θεϊκὴν παραδέχου»[73].

Η γέννηση της δεύτερης Υπόστασης της Τριάδος επισημαίνεται ότι δεν υπάγεται στους νόμους της γέννησης που διέπουν το ανθρώπινο φύραμα. Ποτέ δεν υπήρξε ο Υιός και Λόγος του Θεού στην οσφύν του Πατρός και μετά γεννήθηκε, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά για τον Λευΐ[74]. Ούτε υπήρξε ατελής κατά τη σύλληψή Του και έγινε τέλειος κατά τη γέννησή Του, όπως συμβαίνει σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα[75].

Εν κατακλείδι, ο Γρηγόριος μιλάει για τη θεότητα του Υιού με αρκετά έντονο ύφος σε αυτό το λόγο του, προφανώς γιατί η κακοδοξία του Αρείου παραμένει πληγή για την Εκκλησία. Έτσι θέλει με κάθε τρόπο να ανασκευάσει τις κακοδοξίες των αρειανοφρόνων για τον Υιό. Τονίζει ότι ο Λόγος γεννάται αϊδίως και αχρόνως από τον Πατέρα. Είναι ομοούσιος με Εκείνον. Αυτό οφείλουμε να δεχόμαστε και να μην προσπαθούμε να προσεγγίζουμε το μυστήριο των σχέσεων των Υποστάσεων της Αγίας Τριάδος με βάση την πεπερασμένη ανθρώπινη λογική. Άλλωστε εδώ δεν μπορεί το έλλογο ον να κατανοήσει τα διάφορα φυσικά φαινόμενα, πώς είναι δυνατόν να μπορέσει να κατανοήσει τον απερινόητο και αχώρητο Θεό[76];

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μέσα από το συγκεκριμένο έργο του Γρηγορίου του Θεολόγου τονίστηκε αρχικά οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να είναι κάποιος πραγματικά θεολόγος. Η διδασκαλία αυτή του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου δείχνει καθαρά ότι δίνεται μεγάλη σημασία στις προϋποθέσεις της ορθοδόξου θεολογίας, γιατί όταν αυτές οι προϋποθέσεις αλλοιώνονται, τότε αναποδράστως ο άνθρωπος οδηγείται σε απόκλιση από την αλήθεια και, επομένως, στην κακοδοξία και την αίρεση. Ορίζει, λοιπόν, τη σημασία της θεολογίας συνδέοντάς την στενά με τη Θεοπτία και την επιδαψίλευση της χάρης του Θεού σε όποιον επιχειρεί να μιλήσει για το Θεό. Επομένως, οι απαραίτητες προϋποθέσεις της ορθοδόξου θεολογίας είναι η ιερά ησυχία, η σχόλη κατά Θεόν, η κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, ο φωτισμός του νου.

Στη συνέχεια γίνεται λόγος για το Θεό που είναι Ένας και συγχρόνως Τριαδικός. Δηλώνεται έμμεσα ότι έκαστο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος είναι φορέας της απόλυτης πληρότητας του θείου Είναι και δίνεται η ερμηνεία της αίδιας αιτιώδους υπαρκτικής σχέσης του Πατρός με τον Υιό και το Πνεύμα το Άγιο. Μάλιστα η αναφορά στον τρόπο ύπαρξης του Υιού είναι εκτενής, ενώ για το Άγιο Πνεύμα είναι πολύ περιορισμένη. Αυτό, φυσικά, προκαλεί, μεγάλη εντύπωση σε μία εποχή που η συζήτηση για τη θεότητα του Πνεύματος κυριαρχεί. Έπειτα ο ιερός Γρηγόριος είναι από τους βασικότερους υπερασπιστές της θεότητας του Πνεύματος κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Ο Γρηγόριος τονίζει ότι δεν πρέπει να προσπαθούμε να κατανοήσουμε τις σχέσεις των Προσώπων του Τριαδικού Θεού με βάση τις ανθρώπινες σχέσεις. Αυτό δεν μπορεί να ισχύσει, γιατί το ανθρώπινο λεξιλόγιο χρησιμοποιείται καταχρηστικά για να μιλήσει ο άνθρωπος για το Θεό και για να μπορέσει ο Θεός να του αποκαλύψει το μέρος της αλήθειας που μπορεί να καταλάβει. Απλώς πρέπει να μας ενδιαφέρει ότι ο Θεός υπάρχει και να ζητάμε το φωτισμό Του για να εντρυφήσουμε στα περί του Θεού και όχι στο τι είναι Θεό.

ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΥ